Ιστορική αναδρομή

Το θέατρο στην Κύπροi

Tης Άντρης Χ. Κωνσταντίνουii


Από την αρχαιότητα στα νεότερα χρόνια

Τα τέσσερα θέατρα των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων που βρίσκονται σε όλη την έκταση της Κύπρου –στην Πάφο, τη Σαλαμίνα, τους Σόλους και το Κούριο– μαρτυρούν ότι η τέχνη του θεάτρου εμφανίζεται στην Κύπρο από την αρχαιότητα. Συναφή αρχαιολογικά ευρήματα είναι πήλινα ειδώλια υποκριτών και μάσκες ενώ φιλολογικές πηγές παρέχουν πληροφορίες για θεατρικούς συγγραφείς και έργα. Σώζονται δε αποσπάσματα από φλύακες, ένα είδος κωμωδίας, και στοιχεία για τον συγγραφέα τους Σώπατρο τον Πάφιο, που έζησε τον 3ο αιώνα π.Χ. Γραπτές πηγές αναφέρονται επίσης σε ένα σωματείο επαγγελματιών του θεάτρου, τους Περί τον Διόνυσον τεχνίτες, όπως και σε Κύπριους χορηγούς παραστάσεων κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.
Ελάχιστες όμως είναι οι σχετικές με την τέχνη του θεάτρου πληροφορίες κατά τους επόμενους αιώνες. Χειρόγραφο του 14ου αιώνα, που οφείλεται στον Κωνσταντίνο Αναγνώστη, διασώζει ένα θρησκευτικό δράμα, τον κυπριακό «Κύκλο των Παθών του Χριστού» αλλά δεν γνωρίζουμε αν την εποχή εκείνη έγινε παράσταση του έργου. Επίσης, ο Κύπριος λόγιος του 16ου αιώνα Ιάσων Δενόρες, που έγραψε στα ιταλικά και τα λατινικά, ήταν σημαντικός για την εποχή του θεωρητικός του θεάτρου. Μαρτυρούνται τέλος θεατρόμορφες εκδηλώσεις στο πλαίσιο παραδοσιακών εθίμων και της χριστιανικής λατρείας.


Οι παραστάσεις του 19ου αιώνα

Ενδείξεις θεατρικής δραστηριότητας εντοπίζονται σε κείμενα περιηγητών και λογίων από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα αλλά σαφείς μαρτυρίες για θεατρική δραστηριότητα συναντώνται από το 1860 και εξής. Κατά τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας λαμβάνουν χώρα παραστάσεις από Κύπριους ερασιτέχνες και από περιοδεύοντες ελληνικούς θιάσους. Σύμφωνα µε τις υπάρχουσες πληροφορίες, η πρώτη παράσταση ελληνικού θιάσου στην Κύπρο τοποθετείται το 1875, όταν εμφανίζεται στη Λάρνακα ο θίασος του Ιωάννη Ράµφου. Μετά το 1878 πυκνώνουν οι επισκέψεις ξένων θιάσων, πληθαίνουν οι ερασιτεχνικές παραστάσεις σε όλες τις πόλεις του νησιού και συγκροτούνται οι πρώτες θεατρικές ομάδες. Αναφέρουμε τον Θεατρικό Θίασο Σοφοκλής της Λάρνακας (1879-1880) και το Ελληνικό Θέατρο Άρης της Λεµεσού (1880-1881). Οι πρώτοι αυτοί θίασοι οργανώνονται από συλλόγους και στη συνέχεια από πολιτικές παρατάξεις, ανεβάζουν δε κυρίως πατριωτικά έργα, μελοδράματα και κωμωδίες. Από το τέλος του 19ου αιώνα, τα ελληνικά σχολεία της Κύπρου παρουσιάζουν συστηματικά αρχαίο δράμα, αρχικά μάλιστα στο πρωτότυπο, καθώς αυτή η δραστηριότητα δεν έχει τόσο καλλιτεχνικό χαρακτήρα όσο εκπαιδευτικό και φυσικά ιδεολογικό.


Κύπριοι θεατρικοί συγγραφείς

Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα εκδίδονται, αρχικά στο εξωτερικό και ακολούθως στην Κύπρο, τα πρώτα έργα Κυπρίων θεατρικών συγγραφέων, τα οποία αντλούν τα θέματά τους κυρίως από αρχαιοελληνικούς μύθους και ιστορικά γεγονότα. Αναφέρουμε ενδεικτικά το ιστορικό δράμα του Γεώργιου Σιβιτανίδη, Η Κύπρος και οι Ναΐται, την τραγωδία του Θεμιστοκλή Θεοχαρίδη, Πέτρος Συγκλητικός και το ιστορικό δράμα του Θεόδουλου Κωνσταντινίδη, Κουτσούκ Μεχεμέτ ή Το 1821 εν Κύπρω, που παιζόταν μέχρι και τη δεκαετία του 1950 λόγω του πατριωτικού του περιεχομένου.


Τα πρώτα θέατρα

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα στις πόλεις και τις κωμοπόλεις του νησιού μεγάλες αίθουσες σε αρχοντικά σπίτια αλλά και καφενεία, κλειστά ή υπαίθρια, φιλοξενούν θεατρικές παραστάσεις. Σταδιακά διάφοροι χώροι διαμορφώνονται σε θέατρα, όπως η Μέλισσα και ο Παράδεισος στη Λάρνακα και το Ακταίον στη Λεµεσό. Σημαντικό ορόσημο στην ιστορία του θεάτρου της Κύπρου αποτελεί η ολοκλήρωση, το 1899, του Θεάτρου Παπαδοπούλου στη Λευκωσία. Επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό θεατρικό κτίσμα, το οποίο σχεδιάστηκε από τον Μαλτέζο αρχιτέκτονα Βικέντιο Φένεκ, στο πρότυπο των θεάτρων ιταλικού τύπου της Ευρώπης. Το Θέατρο Παπαδοπούλου μετονομάστηκε αργότερα σε Θέατρο Μέλπω αλλά δυστυχώς κατεδαφίστηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1960.


Το θέατρο των Τουρκοκυπρίων στην αρχή του 20ού αιώνα

Θεατρική δραστηριότητα αναπτύσσεται στην αρχή του 20ού αιώνα και από ομάδες Τουρκοκυπρίων. Με αφετηρία το παραδοσιακό τουρκικό θέατρο, τον Καραγκιόζη και λαϊκές μορφές αυτοσχέδιας κωμωδίας, εξελίσσεται στη συνέχεια στα πρότυπα του δυτικού θεάτρου. Το πρώτο σύγχρονο έργο Vatan Yahut Silistre (Πατρίδα ή Σιλίστρια) του Namık Kemal παρουσιάστηκε στη μεγάλη αποθήκη του λιμανιού της Αμμοχώστου το 1908. Στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 παίζονται αρκετά θεατρικά έργα στην τουρκική γλώσσα στα θέατρα Beliğ Paşa, Παπαδοπούλου και Μαγικό Παλάτι στη Λευκωσία, ενώ παρουσιάζονται και παραστάσεις τουρκικής οπερέτας. Κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940 στην ανάπτυξη του τουρκοκυπριακού θέατρου συμβάλλουν και οι αθλητικοί όμιλοι αλλά και η Ένωση Τουρκοκύπριων Αγροτών, που δραστηριοποιούνται επιτυχώς και στο θέατρο.


Η εμφάνιση της επιθεώρησης

Με αφετηρία το θεατρικό είδος της επιθεώρησης, νέες θεατρικές παραγωγές εμφανίζονται σε όλο το νησί. Σταθμό αποτελεί η πρώτη Παφίτικη Επιθεώρηση, που ανεβαίνει το 1918 στη μικρή και αρκετά απομονωμένη τότε πόλη της Πάφου, με σαφείς επιρροές από την αθηναϊκή επιθεώρηση. Η παραγωγή περιοδεύει στις άλλες πόλεις και δύο ακόμα εκδοχές παρουσιάζονται κατά τα επόμενα χρόνια. Οι Παφίτικες Επιθεωρήσεις σηματοδοτούν το πέρασμα από το εν πολλοίς άτεχνο, ερασιτεχνικό θέατρο με πατριωτικό περιεχόμενο, που αποτελεί μια εθνική ή φιλανθρωπική εκδήλωση, στο θέατρο που ενδιαφέρεται για την τέχνη και την ψυχαγωγία – στην προκειμένη περίπτωση και τη σάτιρα. Η επιτυχία αυτή συμβάλλει στην άνθηση του είδους της επιθεώρησης αρχικά στη Λεμεσό και τη Λάρνακα. Η Λευκωσία παίρνει τη σκυτάλη το 1938 με τη Μουσική Σκηνή Λευκωσίας.


Το θέατρο των συντεχνιών

Τη δική του σφραγίδα, στα χρόνια του μεσοπολέμου, αφήνει και το θέατρο των εργατικών σωματείων και οργανώσεων. Αξιόλογες θεατρικές ομάδες δημιουργούνται από τα επαγγελματικά συνδικάτα, όπως η Συντεχνία Υποδηματεργατών, η Συντεχνία Χτιστών και η Συντεχνία Υπαλλήλων Κουρέων, και από μεικτές ομάδες εργατών και τεχνιτών. Σε αυτές τις παραγωγές συμμετέχουν πλέον πιο συστηματικά και γυναίκες ερασιτέχνες ηθοποιοί. Πρόκειται για παραστάσεις πρόζας ενώ το ρεπερτόριο των ομάδων έχει πολιτική χροιά. Παράλληλη δραστηριότητα αναπτύσσει στο διάστημα 1922-1939 το σωματείο Πανεργατικός Σύνδεσμος Λευκωσίας.


Θίασοι με επαγγελματικά χαρακτηριστικά κατά τη δεκαετία του 1940

Στη δεκαετία του 1940, και ιδιαίτερα κατά τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια εποχή που δεν επισκέπτονται το νησί ελληνικοί θίασοι, το θέατρο της Κύπρου αρχίζει να αποκτά επαγγελματικά χαρακτηριστικά: οι Κύπριοι ερασιτέχνες οργανώνονται σε θιάσους που έχουν σταθερότερη παρουσία. Οι νεότευκτοι θίασοι Λυρικό, Νέο Λυρικό, Ένωση Καλλιτεχνών, Ορφέας, Προμηθέας με τη συνεργασία σκηνοθετών από την Ελλάδα, όπως ο Άγγελος Βάζας, ο Αδαμάντιος Λεμός και ο Κωστής Μιχαηλίδης, συμβάλλουν σημαντικά στην εξέλιξη της θεατρικής ζωής. Η παρουσία γυναικών ηθοποιών στη σκηνή, σπάνια μέχρι τότε, πυκνώνει. Ο ανταγωνισμός που δημιουργείται στους θιάσους Νέο Λυρικό και Προμηθέας –ο οποίος είναι και ο πρώτος θίασος πρόζας στην Κύπρο–, δίνει το έναυσμα για βελτίωση της καλλιτεχνικής ποιότητας των θεατρικών παραγωγών, διεύρυνση του ρεπερτορίου, ακόμη και για την ίδρυση κάποιου τύπου θεατρικών σχολών. Η ντόπια θεατρική ζωή θα υποχωρήσει όταν, με το τέλος του πολέμου, ξαναρχίσει η κάθοδος των ελληνικών θιάσων. Αλλά ο σπόρος που ρίχτηκε θα αρχίσει να δίνει καρπούς.


Διαφοροποιήσεις στη θεατρική γραφή

Όσον αφορά την ελληνόφωνη θεατρική γραφή, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα γράφονται ποιητικά δράματα αλλά και έργα με ρεαλιστικό διάλογο ως προς το ύφος, και με κοινωνικό προβληματισμό ως προς το περιεχόμενο, ενώ υπάρχουν και κάποια ενδιαφέροντα δείγματα σάτιρας. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Δικηγόρο (1923) του Ευγένιου Ζήνωνος, τη Δημοπρασία (1935) του Τεύκρου Ανθία και το κοινωνικό δράμα Ο απόγονος (1951) του Δημητρού Δημητριάδη (ή Ντόριαν) καθώς και τα έργα Μια νύχτα στο χάνι και Η ζωή εν τάφω του Α. Α. Γεωργιάδη-Κυπρολέοντα. Τέλος, αξίζει να γίνει μνεία στο αξιόλογο έργο του Λουκή Ακρίτα Όμηροι (1956).
Το μεγαλύτερο μέρος της δραματουργίας, που γράφεται στο διάστημα 1940 έως 1980 περίπου, αποτελείται από έργα στην κυπριακή διάλεκτο με θέματα αντλημένα από τη ζωή στην κυπριακή ύπαιθρο, για τα οποία έχει επικρατήσει ο όρος κυπριακή ηθογραφία. Ένα από τα πρώτα δείγματα ηθογραφίας είναι Η αγάπη της Μαρικκούς του Κυριάκου Ακαθιώτη (1938), που ανέβηκε πολλές φορές από επαγγελματικούς και ερασιτεχνικούς θιάσους. Η κυπριακή ηθογραφία περιέχει συχνά μουσική και τραγούδια, λιγότερο ή περισσότερο οργανικά εντεταγμένα στη δράση και ενίοτε το θέαμα περιέχει παραδοσιακούς χορούς. Το πρώτο δείγμα της μουσικής ηθογραφικής κωμωδίας είναι Το όνειρο του Τζυπρή του Λευκαρίτη του Κώστα Χαράκη, με μουσική και τραγούδια του Αχιλλέα Λυμπουρίδη.


Οι θίασοι και το ρεπερτόριο της δεκαετίας του 1950

Με το Όνειρο του Τζυπρή του Λευκαρίτη θα ξεκινήσει τη διαδρομή του το 1951 το Κυπριακό Θέατρο, το οποίο θα επιδοθεί σε πλούσια θεατρική δράση μέχρι το 1961. Στη δεκαετία του 1950 εμφανίζεται επίσης η Κυπριακή Σκηνή (των Χρίστου Ελευθεριάδη και Γιώργου Φινόπουλου), οι Ενωμένοι Καλλιτέχνες και ακόμα κάποιες παραστάσεις όπερας που οργανώνονται από Κύπριους μουσικούς. Πιο πλούσια είναι η θεατρική ζωή στη Λευκωσία ενώ στη Λεμεσό τη θεατρική δραστηριότητα ανακινούν διάφοροι θίασοι έμπειρων ερασιτεχνών, υπό την καθοδήγηση του Ελλαδίτη ηθοποιού Κείμη Ραυτόπουλου, που είναι εγκατεστημένος στην πόλη.
Το ρεπερτόριο του Κυπριακού Θεάτρου, κύριο στέλεχος του οποίου είναι ο δημοφιλής κωμικός Νίκος Παντελίδης, κυμαίνεται από τη φαρσοκωμωδία στην επιθεώρηση και από το κωμειδύλλιο στην ηθογραφία ενώ, σπανιότερα, ανεβαίνει κάποιο δραματικό έργο. Οι Ενωμένοι Καλλιτέχνες ιδρύονται την άνοιξη του 1957 από τον Βλαδίμηρο Καυκαρίδη και άλλους καλλιτέχνες. Το ρεπερτόριό τους αποτελείται κυρίως από κωμωδίες, οπερέτα, επιθεώρηση και κυπριακή μουσική ηθογραφία, κατ’ εξαίρεση παρουσιάζεται κάποιο ελληνικό ρεαλιστικό έργο και ο θίασος εκπλήσσει ευχάριστα κοινό και κριτικούς με την παράσταση του Ήσαν όλοι τους παιδιά μου του Άρθουρ Μίλλερ το 1960. Τους θιάσους της εποχής, που έχουν πλέον επαγγελματικό χαρακτήρα, στελεχώνουν κατά κανόνα αυτοδίδακτοι ηθοποιοί, οι περισσότεροι εκ των οποίων ασκούν παράλληλα κι ένα άλλο βιοποριστικό επάγγελμα.


Δεκαετία του 1960: Θέατρο Τέχνης, ΟΘΑΚ, Θέατρο ΡΙΚ

Μετά την Ανεξαρτησία η θεατρική ζωή χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακό δυναμισμό: εμφανίζονται πολλοί νέοι θίασοι και πραγματοποιούνται πολυάριθμες παραγωγές ανά θεατρική περίοδο σε διαφορετικά είδη θεάτρου, ενώ αρκετοί θίασοι ειδικεύονται στο μουσικό θέατρο και στην επιθεώρηση. Το επαγγελματικό θέατρο της Κύπρου εδραιώνεται σταδιακά και αρχίζει να ωριμάζει. Οι καλλιτεχνικές απαιτήσεις αυξάνονται και οι περισσότεροι ηθοποιοί δεν είναι πλέον αυτοδίδακτοι, αλλά έχουν παρακολουθήσει θεατρικές σπουδές και έχουν ως αποκλειστικό επάγγελμα το θέατρο.
Το Θέατρο Τέχνης (1961-1962) υπήρξε το πρώτο βήμα του κυπριακού θεάτρου προς την καλλιτεχνική ωρίμανση. Ο θίασος οραματίζεται την ανανέωση του θεάτρου˙ αποτελείται από πολύ νέους ηθοποιούς και εργάζεται με ομαδική αντίληψη υπό την καθοδήγηση ενός αφοσιωμένου δασκάλου, του σκηνοθέτη Θάνου Σακκέτα. Φέρνει επίσης νέες προτάσεις στο ρεπερτόριο του θεάτρου της Κύπρου με έργα των Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Άντον Τσέχωφ, Ευγένιου Ο’ Νηλ. Από τον θίασο αυτό θα ξεκινήσουν σημαντικά στελέχη του κυπριακού θεάτρου, όπως ο Νίκος Χαραλάμπους, ο Στέλιος Καυκαρίδης κ.ά.
Το 1961 ιδρύεται ο ΟΘΑΚ, με πρώτο διευθυντή τον Ελλαδίτη σκηνοθέτη Κωστή Μιχαηλίδη και πολύ φιλόδοξους στόχους. Είναι ο πρώτος θίασος που επιχορηγείται από το κράτος. Συχνά αναφέρεται ως προπομπός του ΘΟΚ αλλά πρέπει να διευκρινίσουμε ότι πρόκειται για ιδιωτική πρωτοβουλία. Ο θίασος ξεκίνησε με απαιτητικό ρεπερτόριο αλλά σταδιακά στράφηκε προς την ελληνική φαρσοκωμωδία και την κυπριακή ηθογραφία. Στον ΟΘΑΚ παρουσιάζονται οι πρώτες πολιτικές επιθεωρήσεις, με κείμενα του Δημήτρη Παπαδημήτρη μετά τη διακοινοτική σύγκρουση του 1963-1964. Από το 1964 μέχρι το 1968 επιβιώνει ως αυτοσυντήρητος θίασος, υπό τη διεύθυνση του δημοσιογράφου και κινηματογραφιστή Γιώργου Φιλή. Η προσφορά του ΟΘΑΚ έγκειται στη συμβολή του στην εδραίωση σταθερής θεατρικής ζωής και στη βελτίωση του επιπέδου των παραστάσεων, εφόσον κατακτάται σταδιακά ο επαγγελματισμός και οι ηθοποιοί είναι πλέον έμπειροι.
Το 1969 το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Χριστοφίδη, προχωρεί στην ίδρυση θιάσου, ο οποίος εργάζεται με τους καλύτερους μέχρι τότε όρους, φέρνοντας μια νέα πνοή στο κυπριακό θέατρο. Κύριος σκηνοθέτης είναι ο Εύης Γαβριηλίδης. Το Θέατρο του ΡΙΚ, με την οικονομική ασφάλεια που παρέχει το πλαίσιο του Ιδρύματος, την ομοιογένεια της ομάδας, τον επαγγελματισμό που χαρακτηρίζει τον θίασο και τον δυναμισμό των εμπνευστών του, έχει μεν περιορισμένη εμβέλεια αλλά εισάγει στο κυπριακό θέατρο την καλλιτεχνική αρτιότητα. Στα δύο χρόνια της ζωής του, το ρεπερτόριό του υπήρξε τολμηρό για τον κυπριακό χώρο: κλασική κωμωδία, θέατρο του παραλόγου, σύγχρονο νεοελληνικό και κυπριακό έργο.
Σημαντική είναι επίσης η συμβολή των Κύπριων σκηνοθετών Νίκου Σιαφκάλη και Βλαδίμηρου Καυκαρίδη, είτε με τους θιάσους που ίδρυσαν είτε με τις παραστάσεις που σκηνοθέτησαν στους άλλους θιάσους. Θίασο ιδρύει και η Συνομοσπονδία Εργατών Κύπρου, τον ΕΘΟΣ (Εργατικός Θεατρικός Όμιλος της ΣΕΚ), ο οποίος παρουσιάζει κυρίως κυπριακές ηθογραφίες και επιθεωρήσεις ενώ εμφανίζεται επίσης ο θίασος επιθεώρησης του Δημήτρη Παπαδηµήτρη.


Η δραματουργία στα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας

Αμέσως μετά την Ανεξαρτησία εμφανίζονται έργα που αναφέρονται στον πρόσφατο αγώνα: σημειώνουμε τον Ανάξιο της νεότατης τότε Ρήνας Κατσελή (ΟΘΑΚ 1962). Συναντάμε επίσης ιστορικά δράματα με θέματα από την ιστορία της Κύπρου, όπως το έργο του Παύλου Ξιούτα Τζουάνα. Ο κύριος όγκος των έργων αποτελείται από δραματικές ηθογραφίες και, πολύ περισσότερο, από μουσικές ηθογραφικές κωμωδίες. Καλύτεροι εκπρόσωποι του είδους της ηθογραφίας, που δίνουν στο είδος νέα ώθηση, είναι οι Μιχάλης Πιτσιλλίδης και Μιχάλης Πασιαρδής• τα έργα που ανήκουν σ’ αυτή την παράδοση εμπλουτίζονται με κοινωνικό προβληματισμό –στην περίπτωση του Πιτσιλλίδη– ή αποκτούν ποιητική διάσταση και η εντρύφηση στην παράδοση του τόπου ξεπερνά το φολκλόρ – στην περίπτωση του Πασιαρδή. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί και ο λαϊκός ποιητής Παύλος Λιασίδης.
Από την Ανεξαρτησία μέχρι την ίδρυση του ΘΟΚ το 1971, εμφανίζονται πολλά ονόματα στον χώρο του αμιγώς ψυχαγωγικού θεάματος: ηθογραφική κωμωδία, μουσική κωμωδία, επιθεώρηση και πολιτική σάτιρα. Αναφέρουμε τους Μάρκο Γεωργίου, Αχιλλέα Λυμπουρίδη, Σώτο Ορείτη, Άνθο Ροδίνη, Σάββα Σαββίδη, Μιχάλη Κυριακίδη, Δημήτρη Παπαδημήτρη, Ανδρέα Ποταμίτη.
Δεν παρατηρείται αντίστοιχη ακμή στο έργο με πιο πειραματικό χαρακτήρα, το δράμα με σύγχρονα θέματα και την κωμωδία που ξεπερνά την ηθογραφία ή τολμά τη σάτιρα της σύγχρονης ζωής χωρίς να δεσμεύεται από τον επικαιρικό χαρακτήρα της επιθεώρησης. Δεν λείπουν όμως οι συγγραφείς που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους σε διαφορετικές φόρμες και θέματα, όπως ο τολμηρός Πάνος Ιωαννίδης και η πολυγραφότατη Ειρένα Ιωαννίδου-Αδαμίδου.


Το θέατρο των Τουρκοκυπρίων μετά την Ανεξαρτησία

Τον Φεβρουάριο του 1963 ιδρύεται ο πρώτος επαγγελματικός θίασος, η Πρώτη Σκηνή (İlk Sahne), που αποτέλεσε τη βασική υποδομή για την ανάπτυξη και διάδοση του τουρκοκυπριακού θεάτρου. Μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις και τον διαχωρισμό των κοινοτήτων το 1964 η Πρώτη Σκηνή κερδίζει επίσημη αναγνώριση και επιδότηση από την τουρκοκυπριακή κοινοτική συνέλευση και μετονομάζεται σε Τουρκοκυπριακό Θέατρο Πρώτη Σκηνή. Με την πάροδο του χρόνου αποκτά τακτικό και αφοσιωμένο κοινό. Το 1971 ιδρύεται ο θίασος Χρυσή Σκηνή (Altun Sahne), όπου ανεβαίνουν και έργα στην τουρκοκυπριακή διάλεκτο, όπως το έργο του Kemal Tunç Alekko ile Caher (Αλέκος και Τζαχέρ).


Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου: τα πρώτα βήματα

Το 1971, αφού είχε επανειλημμένα και επίμονα διατυπωθεί από τους καλλιτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους το αίτημα για κρατικό θέατρο και ύστερα από αρκετά χρόνια συζητήσεων και διεργασιών, ιδρύεται το κρατικό θέατρο της Κύπρου: ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ανοίγει μια νέα σελίδα στο κυπριακό θέατρο. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία καταφέρνει να αποκτήσει το κρατικό της θέατρο έντεκα μόλις χρόνια μετά την ανακήρυξή της σε ανεξάρτητο κράτος. Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου δίνει την πρώτη του παράσταση στις 18 Νοεμβρίου 1971, με τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας. Σκηνοθέτης είναι ο πρώτος διευθυντής του Οργανισμού, ο Ελλαδίτης ηθοποιός και θιασάρχης Νίκος Χατζίσκος. Δύο μέρες αργότερα ανεβαίνει στη Λεμεσό ο Ποπολάρος του Γρηγορίου Ξενόπουλου, σε σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Καυκαρίδη.
Στα πρώτα του βήματα το κυπριακό κρατικό θέατρο έχει ως ιδεολογική αναφορά το "εθνικό κέντρο" στα χρόνια της δικτατορίας και ως καλλιτεχνικό πρότυπο το Εθνικό Θέατρο, σε μια εποχή που το τελευταίο δεν βρίσκεται σε ακμή. Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ξεκινά τις παραστάσεις του ακολουθώντας τα πρότυπα του Εθνικού. Ο Νίκος Χατζίσκος παραμένει σ’ αυτή τη θέση για ένα χρόνο. Οι μεταγενέστερες αποτιμήσεις για την πορεία του Οργανισμού αναφέρονται σε μια δύσκολη πρώτη χρονιά.
Στο τέλος της πρώτης περιόδου του Οργανισμού, το Διοικητικό Συμβούλιο αναζητεί ένα μόνιμο διδάσκαλο-σκηνοθέτη που θα μπορούσε να προσφέρει μακροπρόθεσμες υπηρεσίες στην Κύπρο και καταλήγει στον Σωκράτη Καραντινό, ο οποίος αναλαμβάνει καθήκοντα Καλλιτεχνικού Συμβούλου και Σκηνοθέτη-Διδασκάλου τον Δεκέμβριο του 1972. Ο Καραντινός σκηνοθετεί έργα από το κλασικό και ποιητικό ρεπερτόριο σε προσεγμένες παραστάσεις, αλλά η προσφορά του στο κυπριακό θέατρο έγκειται κυρίως στην παρουσία του ως δασκάλου με την ευρύτερη έννοια: του ανθρώπου που εμπνέει με την πνευματικότητα της παρουσίας του και την ακεραιότητά του. Επιπρόσθετα, στηρίζει τον ΘΟΚ στα πρώτα του βήματα, με την εμπιστοσύνη που δείχνει στους Κύπριους σκηνοθέτες και με την αφοσίωσή του στην τέχνη του θεάτρου.
Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του ΘΟΚ κατά την πρώτη τριετία, ως προς την ανταπόκριση του κοινού, είναι οι παραγωγές της Αυλής των θαυμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Καυκαρίδη και του Δον Καμίλλο του Σωτήρη Πατατζή, σε σκηνοθεσία Νίκου Σιαφκάλη. Οι παραστάσεις που κερδίζουν τον συνολικό έπαινο της κριτικής είναι οι Παλαιστές του Στρατή Καρρά (σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Καυκαρίδη) και το Λεωφορείον ο Πόθος (σκηνοθεσία Νίκου Χατζίσκου και Νίκου Χαραλάμπους).
Κατά τα πρώτα τρία χρόνια ο Οργανισμός διαμορφώνει την ταυτότητά του και εδραιώνεται. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι επιβιώνει της συνολικής κρίσης που επέφερε το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή του 1974. Ο θίασος καταφέρνει να ανασυγκροτηθεί και το φθινόπωρο του 1974 κάνει μαραθώνια περιοδεία σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, τα έσοδα της οποίας διατίθενται για τους πρόσφυγες και τους παθόντες.


ΘΟΚ 1975-1980: ο Μπρεχτ, οι Ικέτιδες και η δημιουργία Παιδικής Σκηνής

Κατά την περίοδο 1974-1975 παρουσιάζονται σε επανάληψη πρόσφατες παραγωγές. Η αυλή των θαυμάτων −η οποία αποκτά επικαιρότητα, ως προς το θέμα της προσφυγιάς−, ο Δον Καμίλλο και το Παραμύθι χωρίς όνομα. Παραστάσεις δίνονται και σε καταυλισμούς προσφύγων με ελεύθερη είσοδο. Η πρώτη νέα παραγωγή του ΘΟΚ ανεβαίνει στις 15 Φεβρουαρίου του 1975 και είναι, όπως θα περίμενε κανείς, ένα έργο πολιτικής υφής, η Αντιγόνη του Ζαν Ανούιγ.
Στο διάστημα 1972-1975 διευθύνων σύμβουλος του Οργανισμού διατελεί ο Ιάκωβος Φιλίππου. Το 1975 διορίζεται διευθυντής ο Εύης Γαβριηλίδης, ο οποίος διατηρεί αυτή τη θέση μέχρι το τέλος του 1988. Ο Γαβριηλίδης σκηνοθετεί πλήθος παραγωγών, δείχνοντας προτίμηση στην κλασική κωμωδία αλλά και σε μοντέρνα έργα.
Στα χρόνια που ακολουθούν το ρεπερτόριο του ΘΟΚ επικεντρώνεται περισσότερο σε έργα που έχουν πολιτική διάσταση ή μπορούν να ερμηνευθούν με αυτό τον τρόπο. Έτσι παρουσιάζονται έργα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (Ο κύκλος με την κιμωλία, Μάνα Κουράγιο), σύγχρονα ελληνικά έργα, ο Δράκος του Ευγένιου Σβαρτς, ο Άτταλος ο Τρίτος του Κώστα Βάρναλη κ.ά. Παράλληλα, ο ΘΟΚ αρχίζει να αποκτά κύρος και στον ελλαδικό χώρο, με τις περιοδείες των παραστάσεων Μάνα Κουράγιο το 1977 (σκηνοθεσία Χάιντς Ούβε Χάουζ), Άτταλος ο Τρίτος το 1978 και Ικέτιδες του Ευριπίδη το 1979 (τα δύο τελευταία σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους).
Η παράσταση των Ικέτιδων, πέρα από τη δύναμη που έχει ως πρόταση και ως ερμηνεία, λειτουργεί συγκινησιακά στο κοινό της Ελλάδας, καθώς γίνεται σαφής παραλληλισμός με τις εμπειρίες της πολύ πρόσφατης, τότε, τουρκικής εισβολής. Οι Ικέτιδες αφήνουν εξαιρετικές εντυπώσεις και το 1980 αποτελούν την πρώτη παράσταση του ΘΟΚ στην Επίδαυρο. Ο Οργανισμός συμμετείχε μέχρι σήμερα με δεκάδες παραγωγές στο Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος της Επιδαύρου με αρκετές επιτυχίες στο ενεργητικό του, ενώ οι Κύπριοι σκηνοθέτες Χαραλάμπους και Γαβριηλίδης έχουν καταθέσει τη δική τους έγκυρη πρόταση όσον αφορά την ερμηνεία του αρχαίου δράματος.
Το 1976 ανεβαίνει η πρώτη παραγωγή παιδικού έργου, Ο παπουτσωμένος γάτος του Μπράιαν Γουέι σε σκηνοθεσία Μόνικας Βασιλείου. Η Παιδική Σκηνή του ΘΟΚ, η οποία καθιέρωσε εξαρχής υψηλό επίπεδο στις παραγωγές της, λειτουργεί αδιάλειπτα από τότε, ψυχαγωγώντας και παρέχοντας θεατρική παιδεία σε χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο. Το 2012 μετονομάζεται σε Σκηνή 018, διευρύνει τη στόχευσή της σε όλες τις ηλικιακές ομάδες στις οποίες μπορεί να απευθυνθεί το θέατρο για ανήλικους θεατές και, επίσης, κάποιες ευέλικτες παραστάσεις της για εφήβους παρουσιάζονται σε σχολικές αίθουσες.


Οι ιδιωτικοί θίασοι της δεκαετίας του 1970

Η Πειραματική Σκηνή (1972-1974), με ιδρυτές τους νέους ηθοποιούς Κώστα Χαραλαμπίδη, Λένια Σορόκου και Ευτύχιο Πουλλαΐδη, αφήνει τη σφραγίδα της μέσα από παραστάσεις πρωτοποριακών έργων σε μικρούς χώρους, όπως σε μπουάτ της εποχής. Τις παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής χαρακτηρίζουν το συλλογικό πνεύμα, η τόλμη και η ευελιξία και οι σημαντικές ερμηνείες των ηθοποιών. Το ίδιο διάστημα δρουν θίασοι επιθεώρησης με σημαντικότερο τον  Θίασο Παπαδηµήτρη, που ιδρύθηκε το 1968.
Τα πρώτα χρόνια μετά το πραξικόπημα και την εισβολή είχε παρατηρηθεί, όπως ήταν επόμενο, μια πρόσκαιρη κάμψη: μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 περίπου, μετά τη διάλυση της Πειραματικής Σκηνής, τη θεατρική ζωή συνθέτουν δύο πόλοι: αφενός οι θίασοι των Παπαδηµήτρη, Κακουράτου, Μεντώνη, ο Θίασος Αστέρων κ.ά. που ειδικεύονται στην επιθεώρηση ενώ σπανιότερα ανεβάζουν και κάποια κωμωδία, αφετέρου, ο ΘΟΚ που μονοπωλεί το θέατρο πρόζας.
Η εναλλακτική πρόταση ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους του καθιερωμένου θεάτρου έρχεται αρχικά από δύο ομάδες, που αποτελούνται από ερασιτέχνες ηθοποιούς αλλά στο πηδάλιό τους βρίσκονται ανήσυχοι επαγγελματίες, οι Χρίστος Ζάνος και Κώστας Χαραλαµπίδης. Οι οµάδες Λαϊκό Θέατρο Προµηθέας και Λαϊκή Σκηνή Κύπρου αντίστοιχα πρωτοπορούν ως προς το ρεπερτόριο και τις µεθόδους εργασίας. Ακολούθως, κάνει την εμφάνισή της η Νέα Θεατρική Ομάδα (1978-1982), µε σκηνοθέτες τους Φώτο Φωτιάδη και Μόνικα Βασιλείου, καθώς και κάποιοι βραχύβιοι θίασοι, οι οποίοι παρουσιάζουν μικρής κλίμακας και χαμηλού κόστους παραγωγές, με ρεπερτόριο που δίνει έμφαση σε θέματα κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού.


Οι διευθύνσεις, οι σκηνές, το Θέατρο ΘΟΚiii

Τα χρόνια που ακολουθούν διευθυντές του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου διατελούν οι Άντης Παρτζίλης (1989-1993 και 1998-2007), Χρίστος Σιοπαχάς (1995-1998), Βαρνάβας Κυριαζής (2007-2012) και Γιώργος Παπαγεωργίου (2012-2013).
Στη δεκαετία του 1990 σταθεροποιεί την παρουσία της η δεύτερη σκηνή του ΘΟΚ, η Νέα Σκηνή. Οι πρώτες απόπειρες για λειτουργία δεύτερης σκηνής είχαν ήδη γίνει από το 1976, με έργα από το μοντέρνο δραματολόγιο, αρχής γενομένης με τον Επιστάτη του Χάρολντ Πίντερ. Η Πειραματική Σκηνή, η οποία εγκαινιάζεται το 2001 με τη Δεσποινίδα Μαργαρίτα του Ρομπέρτο Ατάυντε, διευρύνει το ρεπερτόριο του ΘΟΚ και δίνει χώρο σε εναλλακτικές παραγωγές, στο πνεύμα της έρευνας καθώς και σε νέους δημιουργούς, προσεγγίζοντας το πιο νεανικό κοινό.
Στις 27 Οκτωβρίου 2013 εγκαινιάζεται το Θέατρο ΘΟΚ –που ανεγέρθη στον χώρο του παλιού σταδίου ΓΣΠ στη Λευκωσία– ύστερα από σαράντα δύο χρόνια φιλοξενίας του Οργανισμού σε άλλους χώρους και κυρίως στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας και στη συνέχεια στo Δημοτικό Θέατρο Λατσιών και το Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου. Το νέο ιδιόκτητο θέατρο εγκαινιάζεται με την αναβίωση, είκοσι χρόνια αργότερα, της σημαντικής παραγωγής του 1993 της Σαμίας του Μενάνδρου, σε σκηνοθεσία Εύη Γαβριηλίδη. Στους δύο χώρους του νέου θεάτρου, την Κεντρική και τη Νέα Σκηνή φιλοξενούνται σήμερα οι ομώνυμες σκηνές καθώς και η Σκηνή 018, ενώ η Πειραματική Σκηνή έχει πλέον καταργηθεί.


Το θέατρο πέραν του κρατικού από τη δεκαετία του 1980 και εξής

Από το τέλος της δεκαετίας του 1970 κάνουν αισθητή την παρουσία τους μικρές θεατρικές ομάδες και οι ανακατατάξεις στον θεατρικό χάρτη είναι έντονες. Καινούργιος άνεμος έρχεται µε τον θίασο Θέατρο 81, µε σκηνοθέτες τους Νεόφυτο Ταλιώτη και Μόνικα Βασιλείου και το Θέατρο Δράματος και Κωμωδίας, όπου σκηνοθετεί η Σβετλάνα Χαραλάµπους. Το πρώτο παρουσιάζει έργα από το σύγχρονο ελληνικό ρεπερτόριο σε αξιοσημείωτες παραστάσεις και το δεύτερο προτείνει έργα από το διεθνές ρεπερτόριο σε εναλλακτικούς χώρους. Αξιόλογη είναι επίσης η παρουσία του Θεάτρου Ελεύθερη Έκφραση Κύπρου. Βασικοί σταθμοί της περιόδου είναι η ίδρυση, από τον Βλαδίμηρο Καυκαρίδη, του Νέου Θεάτρου (1983) και, από τον Ανδρέα Χριστοδουλίδη, του Μικρού Θεάτρου (1984).
Στο τέλος της δεκαετίας του 1980 η θεατρική ζωή αρχίζει να σταθεροποιείται. Σε αυτό συμβάλλει το γεγονός ότι η πολιτεία αποφασίζει να ενισχύσει τους ιδιωτικούς θιάσους με υπολογίσιμα πλέον ποσά, κυρίως μετά την ενεργοποίηση του Αναπτυξιακού Τομέα του ΘΟΚ. Σταδιακά διαμορφώνεται η εικόνα της κυπριακής θεατρικής δραστηριότητας, που ισχύει ακόμα στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Το 1986 μέλη της οικογένειας Καυκαρίδη και στενοί συνεργάτες τους ιδρύουν το Σατιρικό Θέατρο. Ο Ανδρέας Χριστοδουλίδης ιδρύει το 1987 το Θέατρο Ένα, του οποίου είναι από τότε διευθυντής. Το 1989 ιδρύεται η Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού (ΕΘΑΛ). Σήμερα διευθυντής είναι ο Μηνάς Τίγκιλης. Αντίστοιχη πρωτοβουλία λαμβάνει χώρα στη Λάρνακα το 1996, όπου ιδρύεται το Θέατρο Σκάλα. Διευθυντής είναι σήμερα ο Ανδρέας Μελέκης. Σταθερή παρουσία και θεατρικό χώρο έχουν τα τελευταία χρόνια το Θέατρο Διόνυσος, το Θέατρο Ανεμώνα και το Ανοιχτό Θέατρο στη Λευκωσία, το Θέατρο Versus και η Θεατρική Ομάδα Μίτος στη Λεμεσό. Παράλληλα δραστηριοποιούνται πολυάριθμες ομάδες χωρίς μόνιμη στέγη, οι οποίες συμβάλλουν, ενίοτε με ιδιαίτερα δυναμικές καλλιτεχνικές προτάσεις, στη θεατρική πολυφωνία και την αποκέντρωση. Αναφέρουμε ενδεικτικά το Θέατρο Λέξη, τη Θεατρική Οµάδα Persona, την Οµάδα One/Off, τους Paravan Proactions, τη Θεατρική Ομάδα Σόλο για Τρεις, το Θέατρο Αµφίκτιο και τις ομάδες Σταγόνες ζωής, Rooftop Theatre Group, Open Αrts, Point to, Fresh Target Theatre Ensemble, Buzz Productions, Rectus Centrum, Θεατρική Οµάδα Θέαµα, Alpha Square, ενώ δεν λείπουν οι ανεξάρτητες παραγωγές.
Το ρεπερτόριο στις µέρες µας εκτείνεται, πέρα από τα κλασικά και σύγχρονα έργα, στις πειραµατικές προσεγγίσεις, τις διασκευές µη θεατρικών κειµένων και τις παραγωγές επινοηµένου θεάτρου.


Το θέατρο των Τουρκοκυπρίων μετά το 1974

Στη μετά το 1974 εποχή, το θέατρο των Τουρκοκυπρίων ακολουθεί τη δική του διαδρομή, με αρκετούς επαγγελματικούς θιάσους και καλλιτεχνικά επιτεύγματα.
Το 1975, το Τουρκοκυπριακό Θέατρο Πρώτη Σκηνή μετονομάζεται σε Τουρκοκυπριακό Εθνικό Θέατρο (Kıbrıs Türk Devlet Tiyatrosu). Το 1980, μετά την απόλυσή τους για πολιτικούς λόγους, οι Yaşar Ersoy, Osman Alkaş, Erol Refikoğlu και Işın Cem ιδρύουν το Θέατρο του Τουρκικού Δήμου της Λευκωσίας (Lefkoşa Türk Belediye Tiyatrosu). Ο θίασος, που μετονομάζεται αργότερα στο (τουρκοκυπριακό) Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας (Lefkoşa Belediye Tiyatrosu), διευρύνει το ρεπερτόριό του, επιδίδεται στη διοργάνωση ποικίλων σχετικών δραστηριοτήτων (φεστιβάλ κλπ.) και εργάζεται για την επαναπροσέγγιση των δύο κοινοτήτων, ιδιαίτερα με τις συνεργασίες του με το Σατιρικό Θέατρο.
Τις δεκαετίες του 1980 και 1990 δραστηριοποιούνται ερασιτεχνικοί θίασοι, όπως το Θέατρο Emek Βαρωσίου, το Θέατρο GÜSAD (Güzel Sanatlar Derneği: Ένωση Καλών Τεχνών), ο Ιδιωτικός Καλλιτεχνικός Θίασος Μόρφου, ο Θίασος Κυπριακού Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου και ο Τουρκοκυπριακός Κωμικός Θίασος. Ο τελευταίος προσελκύει το ενδιαφέρον του κοινού, παρουσιάζοντας έργα στη διάλεκτο των Τουρκοκυπρίων. Σημαντική προσφορά έχει, παρότι απαρτίζεται κυρίως από ερασιτέχνες, και το Δημοτικό Θεατρικό Στούντιο Κερύνειας (GİBETSU). Στο μεταξύ, το Τουρκοκυπριακό Εθνικό Θέατρο, που είχε προηγουμένως στελεχωθεί κυρίως από καλλιτέχνες από την Τουρκία, κάνει μια στροφή στην πορεία του και από το 1994 στελεχώνεται με Κύπριους καλλιτέχνες, γεγονός που αντιμετωπίζεται θετικά από τον τουρκοκυπριακό Τύπο. Από το 2004 εισέρχεται σε μια εποχή ανασυγκρότησης, με διευρυμένο θίασο και περισσότερες παραγωγές ανά έτος.


Το θέατρο των Αρμενίων και των Μαρωνιτών της Κύπρου

Η κοινότητα των Αρμενίων της Κύπρου ανέπτυξε κατά περιόδους έντονη ερασιτεχνική δραστηριότητα στο θέατρο. Ερασιτεχνικές παραστάσεις, πάντα στην αρμένικη γλώσσα, οργανώνονται από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενώ εμφανίζονται κατά καιρούς στο νησί επαγγελματικοί θίασοι Αρμενίων που έρχονται από το εξωτερικό. Aπό το 2000, η θεατρική ομάδα Τιμάκ, παράρτημα του Χαμαζκαΐν, του Πανεθνικού Αρμενικού Πολιτιστικού και Μορφωτικού Συλλόγου Κύπρου, ανεβάζει συστηματικά παραστάσεις σε διάφορους χώρους.
Τα τελευταία χρόνια το σωματείο των Μαρωνιτών Χκι Φι Σάννα (που σημαίνει «μίλα της γλώσσα σου») διοργανώνει παραστάσεις με πρωτότυπα έργα ή μεταφράσεις-διασκευές στην κυπριακή μαρωνιτική αραβική γλώσσα, κυρίως στο χωριό Κορμακίτης της Κερύνειας, στο πλαίσιο της προσπάθειας της κοινότητας για διατήρηση της ιδιαίτερης γλώσσας της.


Το κυπριακό θεατρικό έργο σήμερα

Μετά το πραξικόπημα και την εισβολή του 1974, πολλοί Ελληνοκύπριοι συγγραφείς καταπιάνονται με το σοκ, τα τραύματα αλλά και τις διαφοροποιήσεις, άμεσες και έμμεσες, που έφερε στην κυπριακή κοινωνία η πολιτική αυτή τομή: αναφέρουμε τον Πάνο Ιωαννίδη και τη Ρήνα Κατσελλή από τους παλαιότερους και τον Γιώργο Νεοφύτου, τη Μαρία Αβρααμίδου και τον Ανδρέα Κουκκίδη από την επόμενη γενιά. Από τους συγγραφείς που εμφανίστηκαν τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, σημειώνουμε τους Νέαρχο Ιωάννου, Αντώνη Γεωργίου, Άδωνι Φλωρίδη, οι οποίοι επεκτείνουν τη θεματολογία τους στα σύγχρονα προβλήματα της κυπριακής κοινωνίας με διαφορετικές υφολογικές επιλογές.
Απόπειρες για ενίσχυση της ντόπιας θεατρικής γραφής καταβάλλονται κατά καιρούς με διαγωνισμούς συγγραφής από τον ΘΟΚ, το ΡΙΚ και άλλους φορείς• επίσης δίνονται από τον αναπτυξιακό τομέα του ΘΟΚ πρόσθετα οικονομικά κίνητρα για το ανέβασμα κυπριακών έργων.


Το πρόγραμμα PLAY

Εντυπωσιακά αποτελέσματα ως προς την ποσότητα της συμμετοχής αλλά και ως προς τα έργα που προέκυψαν έδωσε η συνεργασία του Κυπριακού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (ΚΚΔΙΘ) με τον ΘΟΚ για το πρόγραμμα PLAY, που ξεκίνησε το 2012. Το πρόγραμμα έχει στόχο τόσο την ενίσχυση των θεατρικών συγγραφέων –μέσα από τη συνεργασία τους με έναν καταρτισμένο σύμβουλο (coach) και την ευκαιρία να ακούσουν τα έργα τους σε σκηνοθετημένες αναγνώσεις με επαγγελματίες ηθοποιούς– όσο και με την ενδυνάμωση των δεσμών ανάμεσα στους ενεργούς επαγγελματίες του θεάτρου και τη συγγραφική κοινότητα. Κατά την πρώτη χρονιά της εφαρμογής του PLAY, υποβλήθηκαν ογδόντα τέσσερα έργα, επιλέγηκαν δεκατέσσερα τα οποία παρουσιάστηκαν σε σκηνοθετημένα αναλόγια• τρία από αυτά εντάσσονται στο ρεπερτόριο του ΘΟΚ τις θεατρικές περιόδους 2013-2014 και 2014-2015 ενώ αρκετά άλλα περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο των ιδιωτικών θιάσων κατά τις ίδιες περιόδους. Το πρόγραμμα επαναλαμβάνεται για δεύτερη χρονιά, με μεγάλη ανταπόκριση από μέρους των συγγραφέων.


Έργα από δύο κοινότητες

Αναφέρουμε τέλος μια άλλη πρωτοποριακή κίνηση, σε σχέση με τη θεατρική γραφή των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, και πάλι από το ΚΚΔΙΘ και τον ΘΟΚ. Τον Μάρτιο του 2013, προς τιμήν της παγκόσμιας μέρας θεάτρου, δύο σύγχρονα μονόπρακτα Τουρκοκυπρίων μεταφράστηκαν στα ελληνικά και παρουσιάστηκαν ως σκηνοθετημένα αναλόγια από Ελληνοκύπριους καλλιτέχνες και, αντίστοιχα, δύο μονόπρακτα Ελληνοκυπρίων παρουσιάστηκαν στα τουρκικά από Τουρκοκύπριους καλλιτέχνες. Η εκδήλωση έγινε στο νέο Θέατρο ΘΟΚ. Σύμφωνα με τις πηγές μας, πρόκειται για την πρώτη φορά που έργα Κύπριων συγγραφέων μεταφράστηκαν στη γλώσσα της άλλης κοινότητας.
Αντίστοιχη εκδήλωση, με αναγνώσεις έργων Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων συγγραφέων από καλλιτέχνες της άλλης κοινότητας, πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2014 στο πλαίσιο του διεθνούς προγράμματος Walls: Separate Worlds, στο οποίο συμμετείχε το ΚΚΔΙΘ.


Φεστιβάλ και συμπόσιο αρχαίου δράματος

Σημαντική προσφορά του ΚΚΔΙΘ αποτελεί το Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος, με παραγωγές από την Κύπρο και το εξωτερικό και παραστάσεις χορού με θέμα το αρχαίο δράμα, που εμπλουτίζει κάθε καλοκαίρι τις επιλογές των Κύπριων θεατών αλλά και των επισκεπτών του νησιού. Αξίζει δε να αναφέρουμε το διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με το ίδιο θέμα που διοργανώνει το ΚΚΔΙΘ και λαμβάνει χώρα ανά διετία με πολλές διεθνείς συμμετοχές.


Θέατρο για ανήλικους θεατές

Στο θέατρο για ανήλικους θεατές δραστηριοποιούνται σταθερά, από τους καθιερωμένους θιάσους, το Σατιρικό Θέατρο και το Θέατρο Σκάλα και περιστασιακά η ΕΘΑΛ, ενώ το Θέατρο Ένα έχει ανεβάσει μερικές παραστάσεις στο παρελθόν. Υπάρχουν επίσης εξειδικευμένες σκηνές για παιδιά, με παλαιότερη την Παιδική Σκηνή Δώρου Κυριακίδη. Επί σειρά ετών ανεβάζει παραστάσεις για παιδιά και εφήβους το Θέατρο Αντίδοτο του Ξενάκη Κυριακίδη και της Catherine Beger, τα τελευταία χρόνια η Παιδική Σκηνή Αιώρα της Πωλίνας Θρασυβουλίδου και από το 2013 το Θέατρο Μικρή Μούσα/Little Muse της Catherine Beger, που παρουσιάζει αγγλόφωνες και ελληνόφωνες παραστάσεις. Τα τελευταία χρόνια δε εμφανίζονται όλο και συχνότερα παραστάσεις αφήγησης παραμυθιών και δραματοποιημένης αφήγησης.


Το Θεατρικό Μουσείο Κύπρου

Κλείνουμε αυτή την ιστορική αναδρομή στο θέατρο στην Κύπρου με μια αναφορά στον φορέα που έχει ως έναν από τους βασικούς του στόχους τη διάσωση του υλικού που αφορά την ιστορία του θεάτρου του νησιού, τη διάδοση και προβολή της: το Θεατρικό Μουσείο Κύπρου.
Το μουσείο βρίσκεται στη Λεμεσό και εγκαινιάστηκε τον Μάρτιο του 2012, ύστερα από πολυετή συζήτηση, μελέτη και προεργασία από τον Δήμο Λεμεσού, τον ΘΟΚ και εξειδικευμένους συνεργάτες. Η μόνιμη έκθεση του μουσείου, με αφετηρία το κληροδότημα του συλλέκτη Νίκου Σ. Νικολαΐδη, περιλαμβάνει θεατρικά προγράμματα, αφίσες, κοστούμια, μακέτες και αναπαραστάσεις σκηνικών, σκηνικά αντικείμενα, σκίτσα σκηνικών και κοστουμιών, οπτικοακουστικά ντοκουμέντα που αφορούν τις παραστάσεις του κυπριακού θεάτρου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και ιδιαίτερα κατά τον τελευταίο αιώνα. Το αρχείο δε και η βιβλιοθήκη είναι ανοιχτά στους ερευνητές.iv  


Ιούλιος 2014


iΤο κείμενο βασίζεται σε παλαιότερη εργασία της υπογράφουσας: κυρίως στο δημοσίευμα «Θέατρο» (στην ιστοσελίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών) και στα κείμενα της έκθεσης του Θεατρικού Μουσείου Κύπρου.

iiΔρ. Θεατρολογίας, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Frederick.

iiiΑναλυτικότερη αναφορά στον Οργανισμό μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο κείμενο «Τετρακόσιες παραγωγές: Μια αναδρομή στις παραστάσεις του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου», στην οικεία ιστοσελίδα.

ivwww.cyprustheatremuseum.com